Υπερθυρεοειδισμός

Είναι η κατάσταση στην οποία ο θυρεοειδής παράγει περισσότερες μεταβολικές ορμόνες (Τ3 και Τ4) από όσες χρειάζεται ο οργανισμός. Αυτό συνοδεύεται από χαρακτηριστικά συμπτώματα όπως δυσανεξία στη ζέστη, εφιδρώσεις, διαταραχές ύπνου, αύξηση της όρεξης με πιθανή απώλεια βάρους, ευερεθιστότητα, ταχυκαρδία, εύκολη κόπωση, τρόμο στα χέρια, διαταραχές περιόδου, υπογονιμότητα, συχνές κενώσεις ή διάρροια.

Υπάρχουν διαφορετικές παθήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε υπερθυρεοειδισμό, όπως υπερλειτουργούντες όζοι του θυρεοειδούς, η οξεία επώδυνη θυροειδίτιδα και η θυρεοειδίτιδα της λοχείας, όμως η πιο συχνή αιτία είναι η (αυτοάνοση) νόσος του Graves. Η τελευταία σχετίζεται και με μια χαρακτηριστική διόγκωση των οφθαλμών, τον εξόφθαλμο.

Υποθυρεοειδισμός

Είναι η κατάσταση στην οποία ο θυρεοειδής παράγει λιγότερες μεταβολικές ορμόνες (Τ3 και Τ4) από όσες χρειάζεται ο οργανισμός. Πρόκειται για την πιο συχνή διαταραχή του θυρεοειδούς. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αίσθημα κόπωσης, κρύου, δυσκολία στη απώλεια βάρους ή μικρή αύξηση βάρους (2-4 κιλά), δυσκοιλιότητα, διαταραχή στην περίοδο και υπογονιμότητα, βραχνάδα στη φωνή, θλίψη, δυσκολία στη μνήμη, πόνους στους μυς και στις αρθρώσεις, κράμπες, ξηρό δέρμα, τριχόπτωση, θαμπά και εύθραυστα νύχια, κατακράτηση υγρών στα άκρα και το πρόσωπο, αυξημένη χοληστερίνη.

Υπάρχουν πολλές αιτίες που μπορούν να οδηγήσουν σε υποθυρεοειδισμό, η πιο συχνή είναι η θυρεοειδίτιδα Hashimoto ή ο υποθυρεοειδισμός λόγω έλλειψης ιωδίου.

Θυρεοειδίτιδες

Πρόκειται για φλεγμονές στο θυρεοειδή. Τα αίτια είναι πολλά, όπως ιοί (πχ. θυρεοειδίτιδα De Quervain), λοχεία, φάρμακα (πχ αμιοδαρόνη, ιντερφερόνη), αλλά πιο συχνά εμφανίζεται η αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα Hashimoto.

Στην πάθηση αυτή, όπως σε όλες τις αυτοάνοσες ασθένειες, το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται σε κάποιο όργανο, στην περίπτωση της Hashimoto παράγει αντισώματα κατά του θυρεοειδή. Στην πορεία της, η νόσος καταλήγει σε υποθυρεοειδισμό (πιο συχνή αιτία υποθυρεοειδισμού στις ανεπτυγμένες χώρες).

Η θυρεοειδίτιδα λοχείας προκαλείται από τις ορμονικές αλλαγές που εμφανίζουν οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της λοχείας και παρουσιάζεται μέσα σε ένα χρόνο από τον τοκετό. Εμφανίζεται περίπου στο 5-10% των γυναικών, όταν όμως αυτές έχουν θετικά θυρεοειδικά αυτοαντισώματα το ποσοστό φτάνει περίπου στο 50%. Συνήθως εμφανίζεται και σε επόμενες εγκυμοσύνες, ενώ 20% των νοσούντων αναπτύσσουν μόνιμο υποθυρεοειδισμό μέσα στα επόμενα 4 χρόνια.

Η θυρεοειδίτιδα de Quervain χαρακτηρίζεται από ξαφνικό πόνο στον τράχηλο, συνήθως στα πλαίσια μιας ιογενούς λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού. Συνοδεύεται από αυξημένους δείκτες φλεγμονής, ενώ ο ασθενής μπορεί να νιώθει κακουχία. Αρχικά υπάρχει μια φάση υπερθυρεοειδισμού, την οποία μπορεί να ακολουθήσει υποθυρεοειδισμός που μπορεί να εδραιωθεί και να χρήζει υποκατάστασης με θυροξίνη.

Στη φάση που υπάρχει θυρεοειδίτιδα αλλά η λειτουργία του θυρεοειδούς είναι φυσιολογική, δεν χρειάζεται θεραπεία υποκατάστασης με Τ4, είναι απαραίτητη όμως η παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς τουλάχιστον μια φορά το χρόνο από τον ενδοκρινολόγο, για να εντοπιστεί έγκαιρα οποιαδήποτε αλλαγή που χρήζει θεραπευτικής παρέμβασης.

Όζοι θυρεοειδούς

Πρόκειται για διογκώσεις εντός του θυρεοειδούς αδένα. Είναι ένα αρκετά συχνό φαινόμενο, σχεδόν 60% των ενηλίκων άνω των 60 ετών έχουν κάποιο όζο στο θυρεοειδή τους. Στο μεγαλύτερο μέρος τους πρόκειται για καλοήθειες ενώ η ανακάλυψή τους γίνεται συνήθως τυχαία (όταν είναι ασυμπτωματικοί) στα πλαίσια ενός υπερήχου ή αξονικής.  Κάποιες φορές ο ίδιος ο ασθενής μπορεί να νιώσει συμπτώματα πίεσης στο λαιμό, ακόμα και να παρατηρήσει μια διόγκωση τον καθρέφτη ή όταν πιάνει το λαιμό του.

Η εντόπιση και ο χαρακτηρισμός του όζου πραγματοποιείται στα πλαίσια της ψηλάφησης τραχήλου από ενδοκρινολόγο και με υπερηχογραφικό έλεγχο. Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του όζου και το μέγεθός του, αποφασίζεται η περαιτέρω πορεία. Μπορεί απλά να ακολουθήσει παρακολούθηση, ίσως γίνει περαιτέρω έλεγχος με βιοψία δια λεπτής βελόνης, μπορεί να συσταθεί άμεση αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα.

Καρκίνος θυρεοειδούς

Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι θυρεοειδικού καρκίνου, ανάλογα από ποιον τύπο κυττάρων ξεκινά.

Ο πιο κοινός είναι το θηλώδες καρκίνωμα του θυρεοειδούς (80% των περιπτώσεων). Μπορεί να επεκταθεί στους τραχηλικούς λεμφαδένες και κάποιες φορές να κάνει πνευμονικές ή οστικές μεταστάσεις.  Καθώς όμως είναι ένας καρκίνος που τυπικά αναπτύσσεται πολύ αργά, εάν γίνει έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία το ποστοστό ίασης αγγίζει το 100%.

Ο δεύτερος πιο συχνός τύπος καρκίνου του θυρεοειδούς είναι το θυλακιώδες καρκίνωμα (10-15%). Μπορεί να κάνει οστικές και πνευμονικές μεταστάσεις πιο συχνά από το θηλώδη τύπο, ενώ αντίθετα δεν επεκτείνεται συνήθως στους λεμφαδένες. Και σε αυτό τον τύπο, εάν γίνει νωρίς διάγνωση υπάρχουν μεγάλα ποσοστά ίασης.

Το μυελώδες καρκίνωμα του θυρεοειδούς είναι σχετικά σπάνιο (5%). Μπορεί να έχει κληρονομική βάση, μπορεί να συνυπάρχει με άλλες ασθένειες με τη μορφή κάποιου συνδρόμου. Γι αυτό το λόγο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση καθώς μπορεί να αναπτυχθεί και σε άλλους συγγενείς πρώτου βαθμού. Πάλι η έγκαιρη διάγνωση, πριν ο καρκίνος επεκταθεί έξω από το θυρεοειδή αδένα, οδηγεί σε καλή πρόγνωση.

Τέλος, υπάρχει και το αναπλαστικό καρκίνωμα του θυρεοειδούς το οποίο είναι σπάνιο (1%). Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επιθετική μορφή καρκίνου που συχνά υποτροπιάζει, με την επιβίωση να μην είναι μεγαλύτερη του ενός έτους. Συνήθως εμφανίζεται σε ηλικίες άνω των 65 ετών, πιο συχνά σε άνδρες.